Δεν μπορείς να νικήσεις τον ίδιο σου τον εαυτό.
Δεν μπορείς να πολεμήσεις τους εχθρούς που 'χεις μέσα σου.
Μπορείς να τους αγκαλιάσεις, να τους γνωρίσεις, να τους αγαπήσεις.
Να μάθεις να ζεις με αυτούς και να δέχεσαι τα λάθη τους.
Όχι με βία, αλλά με αγάπη, μόνο έτσι θα καταφέρεις κάποτε να τους εξοντώσεις.
Αγάπησε τη σκοτεινή σου πλευρά, μετράει πιο πολύ από το να αγαπάς το "στιλιζαρισμένο" εγώ σου...

Κυριακή, 5 Φεβρουαρίου 2017

Γουατέβερ...

Τρεκλίζοντας, ασθμαίνοντας κι όμως χαμογελώντας. Ανακριβείς και αμφίβολες, παθητικές και περιρρέουσες εγκεφαλικές δυσλειτουργίες. Περιπλανώμενη στο πουθενά, αναχαιτίζοντας το τώρα και καταργώντας το μετά. Αινιγματική γλώσσα και ακαταλόγιστο είναι, συνονθύλευμα ειρμών, λυγμών, τριγμών. Βουτιά σε κόκκινο ουρανό ατενίζοντας μωβ ακροθαλασσιά. Ξύνεις γδαρσίματα χιλιοανοιγμένα και προσμένεις να φτάσεις κόκαλο. Αιωρούμενη σε κενό αέρος και λογικής, τρεμάμενες σκιές μιας άλλοτε παραφουσκωμένης πλάνης σε προσκαλούν με μάτια ορθάνοιχτα και χέρια στραβά και παρακλητικά. Κάτι φθαρμένα αγγίγματα σέρνονται σε εναέριες τροχιές, παραδομένα σε λογύδρια κωφάλαλων λογισμών. Κυλίσματα και φλόγες άκαες, και στάχτες πυρωμένες. Κορμιά δονούμενα, ψυχές νεκρικά σταθερές και νευρικά ασταθείς. Οι τοίχοι πότισαν ιδρωμένες αβεβαιότητες και το κτίριο τυλίχτηκε στις ενοχές. Ακόμα...

Πέμπτη, 11 Φεβρουαρίου 2016

Απογύμνωση...

Αθέλητα τοποθετημένος σ' ένα λαβύρινθο μικρών εφήμερων στιγμών, βαθιά και περίεργα όμορφων. Κατ' επιλογή ριγμένος σε θάλασσα από βλέμματα, σε χείμαρρο από αγγίγματα, σε καταιγίδα από λέξεις.
Πιάνεις τον εαυτό σου να αναρωτιέται, σε ποια ρωγμή του χρόνου έκανε ετούτη τη βουτιά; Και με κομμένη την ανάσα λίγο ακόμα ζητάς, παρακαλείς για λίγο βύθισμα ακόμα.
Γύρω θεριεύουν τα γκρίζα της πόλης, έξω οι βουές και η σκόνη συνεχίζουν. Κι εσύ ψαρεύεις ξέπνοα φιλιά και επαφή με κάτι χέρια παγωμένα. Ακολουθείς σκυλίσια σχεδόν βήματα ακαθόριστων διαδρομών, ταξίδια ακαθόριστων κατευθύνσεων.
Χορεύεις ξέφρενα πάνω σε μελωδίες άγνωστες που τις κάνεις ολόδικες σου, και σε ήχους οικείους που άξαφνα λαμβάνουν νέες διαστάσεις.
Χρωματίζεις τις ανατολές σου από την αρχή με μπογιές αδοκίμαστες, παραδομένος στην έξαψη της δημιουργίας.
Γεύση αλλόκοτη κι αλλιώτικη, πέρα απ' τα όσα μέχρι τώρα έχεις δοκιμάσει. Και η γουλιά από το γνώριμο και απαράλλαχτο, έχει κι αυτή μιαν άλλη νότα πλέον.
Μυρωδιές που πλημμυρίζουν το δέρμα, ανάσες που ζεσταίνουν την αγκαλιά. Πρωινά που ξυπνάνε και γαληνεύουν τα μάτια.
Και στέκεις εκεί, γνήσια παρών, ολοκληρωτικά δοσμένος στη συνείδηση του τώρα. Με το μυαλό θολό και συνάμα τόσο διαυγές, μέσα στο βίωμα ενός θαύματος σε καιρούς αλλόκοτους. Στέκεις καθάριος μέσα ως μέσα, έτοιμος να ριχτείς σε μια μάχη δίχως σκορ, σε μια πάλη δίχως νικητή. Στέκεις εκεί χωρίς καμία τύψη, καμία ενοχή, χωρίς δεύτερη σκέψη ή σώμα μετανιωμένο.
Μένεις ορθάνοιχτος και έτοιμος να υποδεχτείς το μαζί, να κλείσεις το μάτι στο θέλω σου και να τζογάρεις με τα πρέπει σου μέχρι τελικής πτώσης.
Έτοιμος για ένα δούναι και λαβείν απροσδιόριστης καταμέτρησης, με το αποτέλεσμα να σε αφήνει αδιάφορο. Έτοιμος για ένα ρίσκο χωρίς επιστροφή. Έκθεση και λύτρωση, αγκομαχώντας να αρπάξεις όσα περισσότερα όμορφα μπορείς. Έτοιμος να ανοίξεις δίχως σκέψη στο μετά, δίνοντας και δείχνοντας και ξορκίζοντας τη φωνή του ελάχιστου εαυτού σου.
Έτοιμος να αποδείξεις πως αν θες, δε μένουν τείχη απόρθητα, δεν κάνει ζουμ η κάθε μέρα στην πληγή.
Έτοιμος να υπάρξεις στέκεις εκεί, γυμνός τελείως...

Τετάρτη, 23 Σεπτεμβρίου 2015

Σιωπή και θύμηση...

Θυμάμαι. Τη μυρωδιά σου ποτισμένη στα σεντόνια. Την ψευδαίσθηση της αγκαλιάς σου τις νύχτες. Εκείνα τα φιλιά στο μέτωπο, που με έκαναν να νιώθω σα νήπιο και ταυτόχρονα με άφηναν για μια στιγμή χωρίς ανάσα. Θυμάμαι τα νύχια σου να γδέρνουν παθιασμένα το κορμί μου, και τα βογκητά μας να πλημμυρίζουν το δωμάτιο. Τον ιδρώτα σου πάνω μου και τα μάτια σου μέσα μου. Θυμάμαι τις ηλίθιες γκριμάτσες σου, κι εκείνο το βλέμμα κουταβιού που επιχειρείς κάποιες φορές. Σε θυμάμαι να χορεύεις στο δωμάτιο και να τραγουδάς στο αυτοκίνητο. Να κουλουριάζεσαι σα μωρό και να φέρεσαι σα μικρός κόπανος. Διαπεραστικές στιγμές, δάχτυλα μπλεγμένα, ψυχές ανάκατες. Θυμάμαι τον ήχο της φωνής σου σε τηλεφωνήματα απροσδόκητα. Τον ήχο της σιωπής σου. Αυτή την απροσδιόριστη χαρά-μάσκα, και τη φορεσιά της κυνικότητας. Τον τρόπο που κολλάς τη μούρη σου πάνω στο τιμόνι όταν βαριέσαι, τον τρόπο που με τραβάς πάνω σου όταν με θέλεις. Τη γεύση που έχει το στόμα σου. Την επιρροή που έχει η αύρα σου. Θυμάμαι το χτύπο της καρδιάς σου στο μάγουλο μου. Τα δάκρυα στο πρόσωπο σου, ή αυτό το μειδίαμα όταν δεν σου αρέσει αυτό που ακούς. Το χαμόγελο σου, την επιμονή σου να με προκαλείς, την απαράδεκτη πεποίθηση σου για την ορθότητα των επιχειρημάτων σου. Τον αλλόκοτο τρόπο σου να καταπίνεις τις μπουκιές σου, τον τρόπο σου να καταπίνεις εμένα. 
Θυμάμαι εμένα γεμάτη και εμένα κενή. Θυμάμαι εμάς, καρικατούρες σε μια βροχή μικρών φθαρτών παραδείσων. Θυμάμαι τις θύμησες, τις προσκαλώ γλυκά και τις νανουρίζω. Έχω εσένα.

Σάββατο, 24 Ιανουαρίου 2015

Ένα φιλί και όλα τα ανείπωτα...

Πλησίασε αθόρυβα και τύλιξε τα χέρια του γύρω της, την έκλεισε ολόκληρη στην αγκαλιά του. Άφησε ένα φιλί στο λαιμό της και ένας αναστεναγμός από το στήθος του βρήκε καταφύγιο πάνω στο σώμα της. Έτσι αβίαστα την κυρίευσε ένα αίσθημα ηρεμίας και μια μυρωδιά από ανείπωτες λέξεις που ψιθύριζαν επιθυμία. Ξεκούρασε το κεφάλι του πάνω στον ώμο της και άφησε τη ζεστασιά της να τον παρασύρει, κάπου μακριά από το εδώ και το τώρα. Έμειναν αρκετή ώρα έτσι, ξεχασμένοι θαρρείς, παραδομένοι σε ένα παράλληλο χωροχρόνο που δεν ορίζεται παρά μόνο από το εγώ και το εσύ, από αυτό το μαζί που κάνει όλα τα άλλα να φαντάζουν μικρά και ασήμαντα. Δεν υπήρχε καμία άλλη ανάγκη, καμία πρόθεση, καμία θέληση. Παρά μόνο αυτό το αναλλοίωτο και υπέροχο της παύσης, της αποκοπής.
Του φάνταζε τόσο μικροσκοπική εκεί ανάμεσα του, ένιωθε πως ήθελε να την προστατεύσει από τα όλα του κόσμου εκείνου έξω. Κι εκείνη κουλουριασμένη στην αγκαλιά του πίστευε πως τίποτα δεν μπορούσε να διαπεράσει τον φύλακα της.
Και κάπου εκεί έρχεται ένα βλέμμα βαθύ και διαπεραστικό, ένα απαλό χάδι και ένα φιλί, για να σφραγίσουν την ομορφιά της στιγμής και τα εκκωφαντικά ανείπωτα...

Κυριακή, 11 Ιανουαρίου 2015

Γδύσου...

Να γδυθώ μου ζητούσες επίμονα, μα δεν τολμούσα. Με τρόμο σκεφτόμουν πως θα τα δεις όλα, κι ας είναι λιγοστό το φως. Θα λάμψουν οι αμυχές στο σκοτάδι, θα πάρουν μορφή τα ξεχασμένα γδαρσίματα. Δεν ήθελα να σου φανερώσω τις πληγές μου. Φοβόμουν. Όταν απογυμνώνονται τα εσώτερα, γίνονται ποτάμι, χείμαρρος, και δεν υπάρχει γυρισμός.
Είπα να σου εξηγήσω, να τα βάλω σε μια σειρά, να σου τα παρουσιάσω με λέξεις, μήπως και γίνουν πιο εύπεπτα, μήπως τρόμαζε λιγότερο η σκέψη της απογύμνωσης. Πάλευα, πόσο πάλευα. Άνοιγα το στόμα, ανέπνεα βαθιά, έκανα να αρθρώσω αλλά πνίγονταν οι πόνοι και φάνταζα αλήθεια τόσο γελοία.
Όχι, παρεξήγησες, δεν ήταν δειλία. Αλλά να, δεν είχα μάθει να γδύνομαι. Μόνη μου, κατ' επιλογή. Είχα συνηθίσει να με παρασύρουν και ύπουλα να απομακρύνουν τη φορεσιά μου. Άλλοτε να μου την ξεσκίζουν βίαια και χωρίς οίκτο. Όμως όχι αυτό, αυτό δεν ήταν βήμα να γίνει έτσι εύκολα. Ήταν salto mortale κανονικό, απ' αυτά που σου τρυπάνε και μυαλό και ψυχή και ξεχνάς να αναπνεύσεις.
Είχες σταθεί εκεί απέναντι, περίμενες υπομονετικά και ανυπόμονα. Δύο μάτια έχουν μεγαλύτερη δύναμη απ' όση αντέχεται πολλές φορές. Εκεί κι εγώ, κοκκαλωμένη. Η εξουσία του χρόνου αμείλικτη, ποτέ δεν υπολογίζει τα θέλω και την αδυναμία.
- Γδύσου.
- Ντρεπομαι.
- Ποιον;
- Εμένα.
Δεν θέλω να με δω, φοβάμαι να με δω. Γιατί θα μου φανερώσω όλα όσα μου κρύβω.

Σάββατο, 9 Αυγούστου 2014

Κακές συνήθειες...

Έπιασε αέρας και μια ψύχρα απλώθηκε στο πρωινό. Παράξενο, τέτοια εποχή. Στο μπαλκόνι με καφέ και τσιγάρο σκεφτόταν την τραγική ειρωνία της κατάστασης, το αλλόκοτο συνταίριασμα του καιρού με το χάος στις σκέψεις της. Τράβηξε μια καλή ρουφηξιά και άφησε τον καπνό να θολώσει για λίγο το νου, για λίγο μόνο. Έκλεισε τα μάτια και έφερε εμπρός της τη θάλασσα, ταξίδεψε μέσα στο μπλε και στον μελωδικό χορό των κυμάτων. Κι έπειτα πέρασε σε κάθε είδους λογισμούς, συλλογισμούς αναλογισμούς απολογισμούς... δες παιχνίδια που σκαρώνουν οι λέξεις καμιά φορά.
Λιγοψυχία, αδυναμία χαρακτήρα ή ένα ακόμη ανθρώπινο στάδιο; Τα έβαζε με την πάρτη της, προσπαθώντας να καταλήξει στο αν είχε το δικαίωμα μιας τέτοιας αντιμετώπισης ή αν ήταν ένα παραιτημένο μικρό ανθρωπάκι. Έφταιγε αυτή η ηλίθια ανάγκη και απαίτηση τελειότητας στην οποία είχε υποβάλλει τον εαυτό της, ή τελικά την χαρακτήριζε μια αλλοπρόσαλλη υπερβολή σε όλα που την έκανε να μοιάζει γελοία; Ήταν όντως θεμιτό και "φυσιολογικό" να αφήνεται σε τέτοιες σκέψεις και συναισθήματα, ή απλώς θυματοποιούσε το άτομο της;
Κάπως έτσι τελείωσε το τσιγάρο, κάπως έτσι φουρτούνιασε και η θάλασσα. Έπιασε να στρίψει το επόμενο, ενώ με βαθιές ανάσες βάλθηκε να ημερέψει πάλι το κύμα.
Μια γουλιά καφέ και μια καλή ρουφηξιά απ' το τσιγάρο.
Κακές οι συνήθειες, αυτό όμως το πρωινό ήταν δικό της... 


Τρίτη, 15 Απριλίου 2014

Rising...

Λιγοστό το φως που ξεγλιστρά από το παράθυρο..
μπαίνει να κρυφτεί, να ξεκουραστεί από τη βουή του δρόμου. 
Μετρημένες και οι ρωγμές στον τοίχο απέναντι..
σημάδια αφημένα από σκέψεις που ξεπέρασαν φωνή και λογική. 
Με εικόνες θολές και αναπολήσεις μελαγχολικές, 
ο νους ταξιδεύει και χάνεται. 
Τον απορροφά η σιωπηλή ένταση της νύχτας. 
Τον αναλώνει η ήρεμη θλίψη που τριγυρίζει στο σκοτάδι. 
Τα όνειρα συντροφεύουν τις ξοδεμένες αγκαλιές. 
Τα χέρια ζητούν αγγίγματα και το σώμα ψάχνει χάδια.
Γαλήνη το μυαλό και συγκίνηση η ψυχή. 
Και κάπου εκεί το φως το λιγοστό ξεφεύγει,  για να σμίξει με τα παιχνιδίσματα του πρωινού. 
Ξημέρωσε...

Δευτέρα, 17 Φεβρουαρίου 2014

Σωσίβιο...

Κι εσύ μου ζητάς να σε σώσω.
Από τι; Από ποιον;
Βρήκες και άνθρωπο να προσφέρει σωτηρία.
Καλά καλά δεν μπορώ να σώσω τον εαυτό μου.
Αντί να αναζητάς σωτήρες και σανίδες,
γιατί δεν προσπαθείς να αγαπήσεις;
Να νιώσεις, να αφουγκραστείς, να γευτείς,
να σεβαστείς, να δεχτείς;
Πρώτα απ' όλα τον εαυτό σου.
Έπειτα κάποιον άλλον, και κάποιον άλλον...
Έτσι δεν θα χρειάζεσαι πια σωτηρία,
δεν θα έχεις ανάγκη από σωσίβια και φιλιά ζωής.
Παρά μόνο από εμπειρίες, από γνωριμίες,
από λάθη, από βαθιά βλέμματα.
Μην τρέχεις μονίμως να σωθείς, κάποια στιγμή
θα κουραστείς και θα παραδοθείς άλλωστε.
Σταμάτα, κοίταξε κατάματα
και αντιμετώπισε ό,τι σε τρώει.
Σώπασε και γίνε αυτό που θες να αντικρίζεις.
Ζητάς να σε σώσω.
Από τι; Από ποιον; Ξέρεις;
Κι εγώ παλεύω ακόμα να με σώσω από μένα...

Τετάρτη, 13 Νοεμβρίου 2013

Μια χούφτα βροχή...

Κατάχαμα στα πόδια μου μπροστά
τα όνειρα μου σκορπισμένα,
τσαλαπατημένες οι μετέωρες ελπίδες.
Μια χούφτα βροχή να ξεπλύνει τις θύμησες,
να ελαφρύνει το βάρος της σκέψης,
να κυλήσει και να χυθεί κάπου στη θάλασσα
παρέα με κάτι ξεχασμένα λόγια.
Ανάσες που μοιάζουν κλεμμένες,
σε ένα τσουβάλι δεμένο ασφυκτιούν,
λίγο ακόμη πριν το τέλος.
Η καρδιά κουνάει το μαντήλι
στη ξεχασμένη τους ζωντάνια.
Κάνει να φύγει, να τρέξει,
να κρυφτεί στο απλό, το εύκολο και το αβίαστο.
Μα η αλήθεια της βρίσκεται εκεί,
της κλείνει το μάτι, την παίρνει από το χέρι.
Αφού ξέρει, την έχει μάθει τώρα πια...
Και να θέλω, δεν μπορώ να μου κρυφτώ...