Δεν μπορείς να νικήσεις τον ίδιο σου τον εαυτό.
Δεν μπορείς να πολεμήσεις τους εχθρούς που 'χεις μέσα σου.
Μπορείς να τους αγκαλιάσεις, να τους γνωρίσεις, να τους αγαπήσεις.
Να μάθεις να ζεις με αυτούς και να δέχεσαι τα λάθη τους.
Όχι με βία, αλλά με αγάπη, μόνο έτσι θα καταφέρεις κάποτε να τους εξοντώσεις.
Αγάπησε τη σκοτεινή σου πλευρά, μετράει πιο πολύ από το να αγαπάς το "στιλιζαρισμένο" εγώ σου...

Τετάρτη 16 Μαρτίου 2011

Εκεί...


Θα ταξιδέψω κι απόψε εκεί, στον δικό μας υπέροχο κόσμο.
Εκεί, στη δική μας φούσκα από αναμνήσεις και όνειρα.
Εκεί, που προστατευόμασταν και προστατεύαμε. Τον έρωτα μας, τα εγώ μας, τα θέλω μας.
Εκεί, που τα σώματα μας, οι καρδιές μας, οι ψυχές μας συνυπήρχαν και πορεύονταν σαν ένα.
Θα καθίσω στην παραλία μας. Θα βρέξω τα πόδια μου στην ακρογιαλιά. Θα βυθίσω τα χέρια μου στην άμμο και θα ξαπλώσω για ν' αντικρίσω τον έναστρο ουρανό. Και θα αφήσω τη μυρωδιά και την αλμύρα της θάλασσας να με καταβάλλει, να εισχωρήσει μέσα μου.
Μετά θα πετάξω πάνω από τους φόβους μας, έτσι όπως μαζί μάθαμε να πετάμε και να τους αφήνουμε πίσω, να τους νικάμε. Θα ίπταμαι με τα χέρια απλωμένα, με το νου μου ανοιχτό στην πρόκληση του άγνωστου. Όπως εσύ με δίδαξες.
Έπειτα θα περιπλανηθώ στο δάσος των μαγικών στιγμών μας, του χθες μας και του πάντα μας. Στις παρυφές των τρυφερών μας λόγων, των αναίτιων χαμόγελων και των έντονων βλεμμάτων. Και θα χαθώ κάπου στο βάθος, στον μυστήριο κήπο των συναισθημάτων μας. Που φούντωσε και μεγάλωσε από τις επιθυμίες μας, τις ανασφάλειες και τις αμφιβολίες μας, τις παρορμήσεις μας, τα ρίσκα και τις δειλίες μας, από τα μικρά και τα ασήμαντα, από τα μεγάλα και τα ουσιαστικά. Από το πάθος μας, από την άσβηστη αυτή φλόγα που άλλοτε σιγόκαιγε απαλά κι άλλοτε, δυνατή, ήταν ικανή να κατακάψει κι εμάς και τα πάντα γύρω μας.
Κι ύστερα θα έρθω και θα ξαπλώσω δίπλα σου, τόσο σιγά που ούτε που θα με καταλάβεις. Θα ακουμπήσω το κεφάλι μου στο στήθος σου κι εσύ θα περάσεις το χέρι σου στα μπλεγμένα μου μαλλιά. Κι έναν έναν θα ξεμπλέκεις τους κόμπους. Έναν έναν, μέχρι να γίνουνε λυγμοί και να τους αποθέσω πάνω σου. Έτσι απλά, όπως πάντα. Σε σένα θα τους αφήσω κι αυτούς και όλο μου το είναι, λίγο πριν παρασυρθώ από το βλέμμα σου ακόμη πιο μακριά, στην άβυσσο της αγάπης σου.
Κι έτσι όπως η νύχτα θα με έχει τυλίξει πια βαθιά στην αγκαλιά της, στην δική σου αγκαλιά θαρρώ πως θα 'μαι πάλι...

Λίγο πριν φύγεις.. σε φέρνω πάλι στο μυαλό μου...

Μ' ένα μπουκάλι...

... Έτσι σε φέρνω στο μυαλό μου ώρες ώρες τον τελευταίο καιρό. Μ' ένα μπουκάλι στο χέρι και με το βλέμμα σου στον πάτο του, να ψάχνεις απαντήσεις. Κι αναρωτιέμαι, βρήκες ποτέ καμία;
Τυλιγμένος στην αγκαλιά της μοναξιάς και στη δύνη του ελεύθερου. Με μειωμένες αντιστάσεις, με τη γλώσσα πιο λυμένη απ' ότι συνήθως (φαντάσου!), με το νου πηγμένο από τις σκέψεις και πνιγμένο απ' το ποτό. Βυθίζεσαι σε έναν ατέρμονο κύκλο χάους, στον οποίο με το ζόρι σε έριξαν κι εσύ εκούσια άλλοτε του γυρνάς την πλάτη κοροϊδευτικά κι άλλοτε πάλι τον αφήνεις να σε καταβροχθίσει. Το πρόσωπο στραμμένο στο ταβάνι, αιώνιος παρατηρητής, τα χείλη κάτι σιγοτραγουδάνε, το μυαλό πετάει σε σκέψεις. Μακάριες στιγμές...
Ώσπου να έρθουν οι άλλες, οι σκληρές. Που το ποτό δεν κάνει καλά τη δουλειά του. Κι έρχεται το ξέσπασμα. Και κλαις, και φωνάζεις, και βρίζεις, κι αναρωτιέσαι.. μυριάδες τα γιατί. Ρουφάς αέρα κι ακόμη και το οξυγόνο σε πνίγει. Άτιμες τούτες οι νυχτιές...
Ίσως όμως εκείνες τις ώρες, να βρεθεί δίπλα σου ένα χέρι, ένα πρόσωπο, μια αγκαλιά, να σε τραβήξει λίγο προς το φως. Ή έστω να βυθιστεί για λίγο μαζί σου στο σκοτάδι, έτσι.. για παρηγοριά. Ίσως πάλι όχι. Γιατί για ακόμη μια φορά θα έχεις προτιμήσει τη μοναξιά σου, για λόγους που ποτέ μου δεν μπόρεσα να καταλάβω. Και τότε οι σκέψεις γίνονται σκιές, που όλο και μεγαλώνουν και σκαρφαλώνουν στους τοίχους και γεμίζουν το δωμάτιο. Ασφυκτικές οι παρουσίες/απουσίες και η ατμόσφαιρα αποπνικτική.
Ξέρω, σου αρέσει η μοναξιά σου γι' αυτό και την επιλέγεις άλλωστε. Σωστά;... Ή μήπως μοιάζει εύκολη κάποιες στιγμές; Λίγο πιο ανώδυνη ίσως...
Κι αυτό το μπουκάλι, δε λέει να αδειάσει... Ή μήπως απλά έχεις χάσει το μέτρημα κι έχεις μεθύσει απ' τις στιγμές σου;...
Και μάλλον, άκουσε με, σε λάθος πάτο ψάχνεις...


Χαλάλι σου...

Το χειρότερο, να θες με όλη σου τη ψυχή να βοηθήσεις και να στέκεις τελείως ανίκανος.
Λένε πως έστω και μια λέξη, ένα βλέμμα, μια αγκαλιά, έστω μια παρουσία, βοηθάνε πολύ. Και το πιστεύω. Τι γίνεται όμως όταν τα γεγονότα είναι τέτοια που απαιτούν πράξεις; Πράξεις που δεν είναι στο χέρι σου και ποτέ δε θα 'ναι. Κινήσεις που δεν μπορούν να γίνουν από σένα. Καταστάσεις που σε ξεπερνούν και σου δείχνουν πόσο μικρός είσαι στ' αλήθεια...
Κι η αλήθεια είναι πως εύχεσαι να μπορούσες να γυρίσεις όλο τον κόσμο ανάποδα, να ανατρέψεις τα πάντα και να αφήσεις το τίποτα, μόνο και μόνο για να καταφέρεις να αδειάσεις το μυαλό του απ' τα επώδυνα και τα άσχημα. Μόνο και μόνο για να βρει λίγη γαλήνη...
Απ' την πρώτη στιγμή που σε "γνώρισα", που σε έμαθα, αυτό επιθυμούσα πάντα. Να μπορούσα να αλλάξω τα πράγματα. Να μην είχε φύγει, κάνοντας σε να πονέσεις τόσο. Να γίνονταν οι ανηφόρες κατηφόρες. Να 'ταν η βροχή απόλαυση κι όχι διαφυγη. Να μπορούσα να αλλάξω τη ζωή σου, να γίνει πιο βατή, πιο "κοινή". Με όποιο τίμημα...
Το πρώτο, το δυσβάσταχτο, δεν θα με είχες "γνωρίσει" ποτέ. Έστω... Ίσως και να ήσουν "άλλος". Λογικό, άλλα βιώματα, άλλες εμπειρίες.. Θα ήσουν όμως πιο ήρεμος; Ακόμη κι αν ήσουν λιγότερο αντισυμβατικός. Αν ναι, χαλάλι...
Χαλάλι οι στιγμές που μου χάρισες, τα λόγια που ανταλλάξαμε, το βλέμμα σου που είδε πιο βαθιά από τον καθένα.
Χαλάλι το πόσο ολοκληρωτικά επέδρασες πάνω μου και το πόσο συνέβαλλες στην αλλαγή μου, τη διαμόρφωση μου, την ύπαρξη μου. Χαλάλι σου...

(Ανάξια θα στεκόμουν απέναντι σου.. σαν φίλη, σαν άνθρωπος, σαν κομμάτι σου, αν δεν τα επιθυμούσα όλα αυτά. Ανάξια και λίγη...)

Δευτέρα 14 Μαρτίου 2011

Η Μάσκα


"Στο καρναβάλι, ρε, πού πας χωρίς μάσκα και στολή ρε να φοράς; Κι αφού το διάλεξες να πας, θα 'σαι μόνος μες στους μόνους, θα πονάς. Στο καρναβάλι, ρε, πού πας χωρίς μάσκα;"...


Έτσι, λοιπόν, κι εγώ τη μάσκα μου φορώ
και κρύβω την ασχήμια μου μα και την ομορφιά μου.
Κι αυτά που αισθάνομαι και θέλω μέσα μου κρατώ
γιατί η δειλία μου νικά το όποιο θράσος..

Η υποκρισία γίνεται αρχικά ανάγκη, για να μην φανερώνεις στον κάθε "άχρηστο" ποιος είσαι, τι περνάς, τι νιώθεις.
Κι έπειτα έγινε συνήθεια, γιατί βλέπεις περιβαλλόμαστε μονίμως από "άχρηστους" τύπους που δε βλέπουν πέρα από τη μύτη τους, πόσο μάλλον να καταφέρουν να δουν μέσα μας.
Και κάπως έτσι γίνεται ψευδαίσθηση. Μιας ικανοποιητικής ζωής, μιας ικανοποιητικής δουλειάς, μιας ικανοποιητικής φιλίας, μιας ικανοποιητικής σχέσης. Ικανοποιητική καθημερινότητα και ικανοποιητικοί άνθρωποι. Ικανοποιητικά και επιφανειακά. Και φυσικά ανώδυνα. Γιατί η υποκρισία δεν αφήνει περιθώρια πόνου, τουλάχιστον όχι πραγματικού. Όπως υποκριτικά αγαπάς και αγαπιέσαι, το ίδιο υποκριτικά πονάς και πληγώνεις. Σκεπάζεται η αλήθεια με ένα πέπλο βολέματος, πλαστής ευτυχίας και ιδεατής γαλήνης.
Πόσο βαθιά πονάς, όμως, και πόσο μόνος είσαι στην πραγματικότητα... Εσύ.
Ναι, σε σένα μιλάω. Σε σένα που φοράς περήφανα τη μάσκα σου. Και πιστεύεις, ο αδαής, πως ξεγελάς αλήθεια κάποιον πέρα από τον εαυτό σου...

"Τέλος καλό, όλα καλά.. Η μάσκα ταίριαξε καλά..."

Κυριακή 13 Μαρτίου 2011

Με τα μάτια ανοιχτά (;)...

Τα μάτια ανοιχτά
κι όμως η αίσθηση της όρασης εκλείπει.
Ψάχνω το χέρι σου στα τυφλά
και επαφή μόνο με αέρα και τοίχους κρύους.
Η αναπνοή γίνεται δύσκολη, βαριά
κουραστική η παραμικρή κίνηση.
Και η στασιμότητα κάνει αβέβαιη,
αμφίβολη την κάθε στάλα ζωής.

Σκληρό και αυστηρό το είδωλο στον καθρέφτη
όλα φανερά και όλα επίπονα.

Και η μοναξιά
όσο μεγάλη κι αν είναι η αγκαλιά που της προσφέρω
με χτυπάει ώρες ώρες ανελέητα, ακατάπαυστα.

Θολό το τζάμι απ' την ανάσα
το πρόσωπο κολλημένο ώρα εκεί
προσπαθεί να βρει λίγο φως σ' ένα κομμάτι ουρανού.

Η ζέστη στο δωμάτιο ασφυκτική
κι όμως κάτω από τα σκεπάσματα
μια ψύχρα ανεξήγητη.
Άβολο το κρεβάτι, αφιλόξενο
τόσο στριμόχωρο, κι όμως
τόσο μεγάλο το κενό.

Τα μάτια ανοιχτά
να βλέπουν αυτά που θέλουν
να αρνούνται να δουν τα ολοφάνερα
να επιλέγουν να δουν τα ανεκτά.

Ξεφτισμένο το σκοινί και θα σπάσει
δεν θα αντέξει το βάρος αυξανόμενο.
Ανάγκη άμεση για μια ανάσα ελπίδας
για ένα φιλί αισιοδοξίας
μια νότα φωτός και μια μουσική λάμψη.

Ακροβάτης στο όνειρο
και υπηρέτης στην τρέλα
κυνηγός του άπιαστου
και θήραμα του απρόσμενου
υπόδουλος των καταστάσεων
κι ελεύθερος σε ότι χάνεται πέρα απ' το βλέμμα.
Άνθρωπος...
με πρέπει και θέλω
με δυνατότητες και αδυναμίες
με ασχήμιες και προτερήματα
με ανάγκες και όρια.
Διακαιωματικά.
Και με υπομονή εξαντλήσιμη.
Αντέχω;...

Σάββατο 12 Μαρτίου 2011

Έστω...

Τελικά το μυαλό λειτουργεί με πολύ παράξενους τρόπους. Κι όταν το κατακλύζει το συναίσθημα, αντιδράς με συμπεριφορές απροσδόκητες, τόσο που δεν αναγνωρίζεις τον εαυτό σου. Πόσο ανιδιοτελείς είμαστε στην πραγματικότητα; Πόσο μπορούμε όντως να βάλουμε τους άλλους πάνω από εμάς και τα θέλω μας; Μάλλον έρχεται η ώρα που ανακαλύπτουμε μια πλευρά του εαυτού μας αρκετά εγωιστική, ώστε να μας οδηγεί στο να ακολουθήσουμε το θέλω μας ακόμη κι αν αυτό συνεπάγεται να πληγωθεί κάποιος. Να γίνουμε άδικοι, να ξεχάσουμε το "σωστό" και το τι "πρέπει" να πράξουμε, να αφήσουμε να μας οδηγεί ένα κομμάτι μας που παλεύει έντονα να μείνει θαμμένο. Μάταια όμως...
Και ποιο είναι άραγε το χειρότερο; Να αφεθούμε στην επιθυμία μας χωρίς να αναλογιστούμε τις συνέπειες, ή να την κρατήσουμε για εμάς, μέσα μας, να τριγυρίζει ακατάπαυστα στο μυαλό μας καταπιεσμένη από το σωστό και το πρέπει που μπαίνει στη μέση όταν πρόκειται για κάποιον άλλο; Πόσο εγωιστική σκέψη... Μα πόσο...
Κι ακόμη κι αν καταφέρεις να αφήσεις στην άκρη το κομμάτι αυτό που σε οδηγεί σε τύψεις για τις πράξεις σου..Τι γίνεται όταν δεν μπορείς να τις εξηγήσεις αυτές τις πράξεις ούτε καν στον εαυτό σου; Όταν δεν έχουν καμία λογική, καμία εξήγηση; Όταν αυτό που σε ωθεί σ' αυτή τη δύνη δεν μπορείς καν να καταλάβεις τι είναι; Πώς γίνεται ένα συναίσθημα, ή μάλλον πολλά συναισθήματα, να είναι τόσο δυνατά και έντονα όμως παράλληλα να μην μπορείς να βρεις τον λόγο που συμβαίνει αυτό; Όσο κι αν ψάξεις, δεν υπάρχει απάντηση. Είτε ψάξεις με τη λογική, είτε με την καρδιά.. δεν υπάρχει ικανοποιητική αιτιολογία. Γίνεται άραγε αυτό; Ή απλώς, χωρίς καν να το συνειδητοποιείς, κοροϊδεύεις τον εαυτό σου;
Υπάρχουν μάλλον στιγμές που τυφλώνεσαι από την επιθυμία σου και την αφήνεις να σε κατευθύνει σε τέτοιο βαθμό, που οποιοδήποτε "πρέπει" και οποιοδήποτε "γιατί" είναι σκέψεις περιττές... Εγωιστικό; Άδικο; Παράλογο; Έστω... Δεν μπορώ να μετανιώσω. Δεν με αφήνει η καρδιά και η ψυχή μου να το κάνω.. Για κανένα "πρέπει" και για κανένα "γιατί"... Κάποιες στιγμές δεν ανταλάσσονται και δεν μετριούνται με κανένα από τα δύο...

Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2011

Επαφή...

Κύμα βαθύ το βλέμμα σου
και στη ματιά σου πνίγομαι
απάνεμο κελί η αγκαλιά σου
στη φυλακή σου εκούσια κλείνομαι.

Λόγια μεγάλα και μαγικά
χάνομαι μες στις λέξεις σου
τα όνειρα μας παίρνουν φωτιά
βουλιάζω μες στις σκέψεις σου.

Κουρνιάζω στα δυο σου χέρια
κι ο κόσμος κάπως ηρεμεί
ταξιδεύεις στα δικα μου τα νυχτέρια
τους φόβους μου όλους διώχνεις στη στιγμή.

Κι όταν τα χείλη σου με αγγίζουν
κόβεται η ανάσα μου μεμιάς
οι στιγμές μου όλες αρχίζουν
απ' το λεπτό που με ακουμπάς...

Μόνο για λίγο...

Μόνο για λίγο να σε δω
κι ας σταματήσουν οι ήλιοι σ' αυτή τη γη να ανατέλλουν
κι ας χαθεί ο χρόνος κάπου στην αιωνιότητα
κι ας ξεχαστεί η ύπαρξη μου μέσα στο άπειρο.

Προσμένω εσένα και οι ώρες δεν κυλούν
έχουν παγώσει πια οι δείκτες στο ρολόι
τριγυρνάς στο μυαλό μου σαν αερικό
και τα βήματα σου αντηχούν στο σαλόνι.

Λαβύρινθος μοιάζει το μυαλό
κι η σκέψη σου χαμένη σε μονοπάτια αδιέξοδα
δεν υπάρχει διαφυγή
κι έτσι δεν βρίσκει γαλήνη η ψυχή.

Μόνο για λίγο να ήσουν εδώ
κι ας πλυμμήριζε η ζωή μου από σκοτάδι
κι ας γεμίζαν εφιάλτες οι νύχτες μου
κι ας ρουφούσε η παρουσία σου όλες τις όμορφες στιγμές.

Μόνο για λίγο...

Παρασκευή 31 Δεκεμβρίου 2010

Κάτι δικό μας...

Ακούμπησε τα χέρια της στο τραπέζι. Τα πόδια της ακόμη έτρεμαν από το σοκ. Προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει τι είχε συμβεί, να χωρέσει στο μυαλό της αυτό που μόλις είχε ακούσει. Ήταν όμως αδύνατον. Αδύνατον. Αυτή η λέξη ακουγόταν μέσα στο κεφάλι της ξανά και ξανά. Δεν μπορεί να συμβαίνει αυτό, σκεφτόταν. Υπήρχαν σχέδια, τα οποία δεν περιελάμβαναν ούτε μπορούσαν να συμπεριλάβουν κάτι τέτοιο. Υπήρχαν όνειρα, που τώρα, μέσα σε λίγα μόνο λεπτά, ανατρέπονταν πλήρως. Διαλύονταν. Μέσα σε ένα λεπτό τα πάντα γύρω της στροβιλίζονταν. Έπρεπε επειγόντως να καθίσει, προτού λιποθυμήσει. Γιατί καθώς ήταν μόνη αυτή τη στιγμή, κανείς δεν θα μπορούσε να τη βοηθήσει. Να τη βοηθήσει. Μα δεν ήταν αυτή που χρειαζόταν βοήθεια στην προκειμένη περίπτωση. Και ποιος ήταν αυτός που έπρεπε να φανεί δυνατός τώρα; Εκείνη; Δεν είχε ιδέα πως να το κάνει αυτό. Εκείνος ήταν πάντα η δύναμη της, το στήριγμα της, το κουράγιο της. Εκείνος τη βοηθούσε, τη συμβούλευε, την προστάτευε. Στεκόταν δίπλα της φρουρός του εύθραυστου χαρακτήρα της. Κι εκείνη ευγνωμονούσε τη ζωή που τον έφερε στον δρόμο της και τον αγαπούσε όσο πιο δυνατά, έντονα, παθιασμένα, όσο πιο ολοκληρωτικά μπορούσε. Μα ποτέ δεν έμοιαζε αρκετό. Ήθελε να τον αγαπά κι άλλο, να τον θέλει κι άλλο, να τον έχει κι άλλο. Κι άλλο λίγο. Κάθε φορά λίγο παραπάνω. Πώς λοιπόν θα αντιστρέφονταν οι ρόλοι έτσι ξαφνικά; Κι όμως. Αυτή τη φορά ήταν εκείνος που την είχε ανάγκη. Αυτή τη φορά ήταν εκείνος που έπρεπε να την νιώσει στήριγμα και δύναμη του. Κι όσο διαλυμένη κι αν αισθανόταν, έπρεπε να είναι εκεί. Για εκείνον. Μόνο για εκείνον. Πάντα για εκείνον.
Κοίταξε το ρολόι της. Αν δεν έφευγε θα αργούσε στο ραντεβού που είχε κλείσει στο γυναικολόγο. Και άλλωστε, ήθελε να βρεθεί κοντά του όσο πιο γρήγορα γινόταν. Μάζεψε λοιπόν τα κομμάτια της, ντύθηκε γρήγορα και έφυγε βιαστικά από το σπίτι. Σε μισή ώρα ήταν στο γραφείο του γιατρού. Το ραντεβού ήταν αρκετά σύντομο. Βγήκε από εκεί μέσα σαν χαμένη και η αλήθεια είναι πως εντελώς μηχανικά έφτασε στο απρόσωπο μεγάλο κτίριο. Ούτε που θυμόταν τη διαδρομή μέχρι εκεί. Τον βρήκε στο παγερό, λευκό δωμάτιο. Μόλις την αντίκρισε, ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του. Ένα γλυκό χαμόγελο που την συνέτριψε ακόμη πιο πολύ, έκανε όμως προσπάθειες να συγκρατηθεί. Δεν ήθελε να τον κάνει να νιώθει χειρότερα. Τον πλησίασε και του έδωσε ένα φιλί. "Γεια σου", της είπε. Κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια της και μάλλον βρήκε αυτό που έψαχνε. Αυτό που περίμενε. "Πρέπει να σου τηλεφώνησε ο γιατρός. Σε μένα μόνο κάτι μισόλογα είπε. Θέλω να ξέρω όμως. Θέλω να μου πεις την αλήθεια. Θα το κάνεις;" Εξακολουθούσε να έχει τα μάτια του καρφωμένα επάνω της. Κι εκείνη του έγνεψε ένα θλιμμένο ναι. Ήταν καθισμένη στο κρεβάτι δίπλα του κι εκείνος της κρατούσε σφιχτά το χέρι. Σφιχτά, μα τόσο απαλά συνάμα. "Πόσο χρόνο μου δίνουν λοιπόν;", τη ρώτησε. Εκείνη πάλεψε για λίγο με τις λέξεις που δεν μπορούσε καν να αρθρώσει και απάντησε, "Δύο μήνες.. στην καλύτερη περίπτωση..."

Επεξεργάστηκε για λίγο την πληροφορία. "Κάτι είναι κι αυτό, σωστά;" είπε τελικά. "Θα μπορέσω να σε χαρώ για δύο μήνες ακόμη. Και θα φροντίσω να σε χορτάσω!" συνέχισε γλυκά. Τα τρυφερά του λόγια την άγγιζαν και την έθλιβαν ταυτόχρονα. Της χάιδεψε απαλά το μάγουλο κι εκείνη χάθηκε στο χάδι του. "Είναι και κάτι άλλο που πρέπει να σου πω" είπε και άθελα της άφησε ένα δάκρυ να κυλήσει στο πρόσωπο της. "Τι είναι αγάπη μου; Τι συμβαίνει;" αναρωτήθηκε και η ανησυχία ήταν ολοφάνερη στη φωνή του. Πήρε λίγο χρόνο για να μπορέσει να αποκόψει τις σκέψεις της και απάντησε. "Είμαι έγκυος." Είδε και πάλι ένα χαμόγελο να ζωγραφίζεται στο πρόσωπο του, πιο όμορφο πιο τρυφερό και πιο ζωντανό από πριν. Την τράβηξε κοντά του, τη φίλησε γλυκά και την κράτησε στην αγκαλιά του. Και τώρα που το πρόσωπο της ήταν ακουμπισμένο στο στήθος του, άφησε τη θλίψη να ξεχυθεί από τα μάτια του. Θλίψη μαζί με χαρά, απογοήτευση μαζί με ευγνωμοσύνη, φόβος μαζί με προσμονή. Χείμαρρος οι σκέψεις στο μυαλό του. Μία όμως επικράτησε, κι ήταν αυτή που έκανε το πρόσωπο του να γαληνέψει και πάλι, μαζί και την ψυχή του. 'Τουλάχιστον θα έχει κάτι δικό μου. Κάτι δικό μας...' Την κράτησε ακόμη πιο σφιχτά στην αγκαλιά του. Κι εκεί θα την κρατούσε, μέχρι το τέλος...

Δευτέρα 20 Δεκεμβρίου 2010

I want to break free...

Τα περιθώρια στενεύουν. Και οι τέσσερις τοίχοι γύρω μου γίνονται όλο και πιο ασφυκτικοί. Και οι αντοχές μου συρρικνώνονται μέρα με τη μέρα. Και οι σκέψεις που κατακλύζουν το μυαλό μου γίνονται θηλιά. Και οι διέξοδοι φράζουν μία προς μία.
Άγνωστη η συνέχεια και θολή.
Κάποιες φορές πρέπει να ψάξεις πολύ, πάρα πολύ, για να καταφέρεις να βρεις τη δύναμη που χρειάζεσαι. Για να μη αφεθείς έρμαιο των καταστάσεων. Όσες αντιστάσεις όμως κι αν κρατάς, αναπόφευκτα κάποια στιγμή οι καταστάσεις σαν χείμαρρος σε παρασύρουν. Και το μόνο που νιώθεις.. πίεση..κι εξάντληση.. και αγανάκτηση. Πρέπει ωστόσο να καταφέρεις να αφήσεις πίσω σου ότι σε πνίγει. Να μπορέσεις να κάνεις ότι σε επηρεάζει να μοιάζει μικρό κι ασήμαντο. Να επιτύχεις την απελευθέρωση του εαυτού σου από την όποια επιρροή.. ατόμων, γεγονότων, σκέψεων, συναισθημάτων.
Πού μπορείς όμως να βρεις το κουράγιο για όλα αυτά; Γιατί εγώ το έχω χάσει καιρό τώρα. Μου το πήραν όλο, το απορρόφησαν. Και δεν έμεινε τίποτα...