Εκεί, στη δική μας φούσκα από αναμνήσεις και όνειρα.
Εκεί, που προστατευόμασταν και προστατεύαμε. Τον έρωτα μας, τα εγώ μας, τα θέλω μας.
Εκεί, που τα σώματα μας, οι καρδιές μας, οι ψυχές μας συνυπήρχαν και πορεύονταν σαν ένα.
Θα καθίσω στην παραλία μας. Θα βρέξω τα πόδια μου στην ακρογιαλιά. Θα βυθίσω τα χέρια μου στην άμμο και θα ξαπλώσω για ν' αντικρίσω τον έναστρο ουρανό. Και θα αφήσω τη μυρωδιά και την αλμύρα της θάλασσας να με καταβάλλει, να εισχωρήσει μέσα μου.
Μετά θα πετάξω πάνω από τους φόβους μας, έτσι όπως μαζί μάθαμε να πετάμε και να τους αφήνουμε πίσω, να τους νικάμε. Θα ίπταμαι με τα χέρια απλωμένα, με το νου μου ανοιχτό στην πρόκληση του άγνωστου. Όπως εσύ με δίδαξες.
Έπειτα θα περιπλανηθώ στο δάσος των μαγικών στιγμών μας, του χθες μας και του πάντα μας. Στις παρυφές των τρυφερών μας λόγων, των αναίτιων χαμόγελων και των έντονων βλεμμάτων. Και θα χαθώ κάπου στο βάθος, στον μυστήριο κήπο των συναισθημάτων μας. Που φούντωσε και μεγάλωσε από τις επιθυμίες μας, τις ανασφάλειες και τις αμφιβολίες μας, τις παρορμήσεις μας, τα ρίσκα και τις δειλίες μας, από τα μικρά και τα ασήμαντα, από τα μεγάλα και τα ουσιαστικά. Από το πάθος μας, από την άσβηστη αυτή φλόγα που άλλοτε σιγόκαιγε απαλά κι άλλοτε, δυνατή, ήταν ικανή να κατακάψει κι εμάς και τα πάντα γύρω μας.
Κι ύστερα θα έρθω και θα ξαπλώσω δίπλα σου, τόσο σιγά που ούτε που θα με καταλάβεις. Θα ακουμπήσω το κεφάλι μου στο στήθος σου κι εσύ θα περάσεις το χέρι σου στα μπλεγμένα μου μαλλιά. Κι έναν έναν θα ξεμπλέκεις τους κόμπους. Έναν έναν, μέχρι να γίνουνε λυγμοί και να τους αποθέσω πάνω σου. Έτσι απλά, όπως πάντα. Σε σένα θα τους αφήσω κι αυτούς και όλο μου το είναι, λίγο πριν παρασυρθώ από το βλέμμα σου ακόμη πιο μακριά, στην άβυσσο της αγάπης σου.
Κι έτσι όπως η νύχτα θα με έχει τυλίξει πια βαθιά στην αγκαλιά της, στην δική σου αγκαλιά θαρρώ πως θα 'μαι πάλι...


