Δεν μπορείς να νικήσεις τον ίδιο σου τον εαυτό.
Δεν μπορείς να πολεμήσεις τους εχθρούς που 'χεις μέσα σου.
Μπορείς να τους αγκαλιάσεις, να τους γνωρίσεις, να τους αγαπήσεις.
Να μάθεις να ζεις με αυτούς και να δέχεσαι τα λάθη τους.
Όχι με βία, αλλά με αγάπη, μόνο έτσι θα καταφέρεις κάποτε να τους εξοντώσεις.
Αγάπησε τη σκοτεινή σου πλευρά, μετράει πιο πολύ από το να αγαπάς το "στιλιζαρισμένο" εγώ σου...
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορίες.... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορίες.... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 4 Μαρτίου 2013

Φρανgile...

Το λεωφορείο έφτασε στην στάση. Ανέβηκε και κάθισε σε μια ελεύθερη θέση, είχε δρόμο αρκετό να διανύσει. Στ' αυτιά της τα ακουστικά όπως πάντα, με τη μουσική να συντροφεύει τις σκέψεις της. Ανάμεικτα τα συναισθήματα, η διάθεση της εναλάσσεται συνεχώς αυτές τις μέρες, ειδικά σήμερα. Τελευταία μέρα, όμως δεν θέλει να τελειώσει. Κάπου μέσα σε όλο αυτό βρήκε μια ζωντάνια ξεχασμένη, μια συνήθεια περασμένη, μία κόπωση λυτρωτική και μια ανάγκη κρυμμένη.
Όχι πως δεν απολαμβάνει την καθημερινότητα της,φυσικά και το κάνει. Νιώθει γεμάτη από τόσα πράγματα, δημιουργική με τόσους διαφορετικούς τρόπους, ευχαριστημένη που ζει αυτό που αγαπάει και που αγαπάει αυτό που ζει. Κι όμως...κάτι λείπει. Κάτι μεταξύ του να δίνει με αστείρευτη ενέργεια τον εαυτό της και να δίνεται ολοκληρωτικά με έναν τρόπο αλλιώτικο και τόσο γνώριμο... 
Τα βάζει με τον εαυτό της που μελαγχολεί... άλλωστε έχει φτάσει ως εδώ γεμάτη εφόδια, εμπειρίες, έχοντας κερδίσει πολλά. Αυτό το παραπέρα όμως, που θα μπορούσε να είναι άλλο από αυτό που είναι, την τρώει βαθιά ώρες ώρες, της ξυπνάει συναισθήματα δυνατά. Ξύνει πληγές επιμελώς κλεισμένες και οδηγεί στην αναπόληση στιγμών και στη προσμονή νέων, που όμως είναι τόσο λίγες πλέον...
Δεν είναι του χαρακτήρα της να μεμψιμοιρεί, να μη βλέπει την θετική πλευρά. Στο κάτω κάτω είναι κι αυτή μία ευκαιρία να ζήσει πάλι κάτι απ' αυτό το όνειρο, έστω για λίγο. Να πάρει μια νέα ώθηση για τη συνέχεια, για καινούρια μονοπάτια. Κι έχοντας τα μάτια και το μυαλό της ανοιχτά, γνωρίζει ότι στο χέρι της είναι τέτοιες μικρές πολύτιμες στιγμές να ξαναρθούν. Τέτοιες μικρές εκλάμψεις που φωτίζουν το πάθος της και δίνουν πνοή στο όνειρο της...
Η playlist που είχε διαλέξει τελείωσε και, βγαίνοντας από την περιπλάνηση του νου, πατάει το κουμπί για τη στάση. Έφτασε. Και είναι πανέτοιμη και τρομερά ευτυχισμένη! Ο μελαγχολικός εαυτός της της χαμογελάει και της κλείνει το μάτι...
Φύγαμε!

Παρασκευή 8 Φεβρουαρίου 2013

Το ρολόι του τοίχου...

Το ρολόι του τοίχου είχε κολλήσει...
Δέκα και πέντε, μέρες τώρα...
Κι εκείνη, κάπου εκεί είχε μείνει. Άθελα της είχε σταματήσει σε εκείνα τα τελευταία λεπτά. Σαν να πάγωσε ο χρόνος, όπως το ρολόι κι αυτός, έπαψε να κυλάει. Άδειασε κάθε σταγόνα ζωτικότητας από μέσα της και έμεινε μετέωρη σε ένα χθες που δεν ήθελε να αφήσει πίσω της και σε ένα αύριο που δεν τολμούσε να σκεφτεί. "Λυπάμαι" , η τελευταία λέξη. Κι εκείνη έμεινε να ακούει συνεχώς στο μυαλό της αυτή τη λέξη, στο repeat, και ξέχασε να αναλογιστεί πώς νιώθει.. Εκείνος λυπόταν, αυτή;...
Ούτε μπρος ούτε πίσω... Αιώρηση στο κενό. Κάπως έτσι περνούσε το χρόνο της, αιωρούμενη, αναπολώντας στιγμές και τρομοκρατημένη από τις όσες έπρεπε μόνη της πια να πλέξει.
Άρχισε κάποια στιγμή να κοιμάται και πάλι τις νύχτες, τα κατάφερε με πολύ κόπο. Και σηκωνόταν το πρωί, και πήγαινε στη δουλειά. Έπειτα γυρνούσε, περνούσε τις ώρες της μόνη ή με συντροφιές, διάβαζε, συγύριζε το σπίτι, μαγείρευε, χάζευε τα βράδια τηλεόραση, άλλαξε κι εκείνη τη λάμπα στο φωτιστικό που τόσο καιρό είχε καεί. Το ρολόι δεν το πείραξε όμως. Έστεκε εκεί, ψυχρό και σταματημένο. Δέκα και πέντε...

Τετάρτη 9 Μαΐου 2012

Just a little story...

Περπατούσε στο πεζοδρόμιο κι ούτε που έδινε σημασία στο πού πήγαινε ή σε όσους περνούσαν δίπλα του. Χαμένος στις σκέψεις του, το μόνο που μπορούσε να σκεφτεί ήταν τα μάτια της, το πρόσωπο της, το χαμόγελο της. Πώς μπόρεσε να την αφήσει να φύγει τόσο εύκολα; Πώς μπόρεσε να αφήσει να διαλυθεί ο κόσμος του ολόκληρος τόσο απλά; Γιατί όλος του ο κόσμος ήταν εκείνη...
Το μόνο που θα ήθελε ήταν να είχε τη δυνατότητα να γυρίσει πίσω σε εκείνη τη νύχτα. Να μπορέσει να την δει ξανά, να την αγγίξει, να την παρακαλέσει.. να αλλάξει τα δεδομένα. Το μόνο που λαχταρούσε η ψυχή του ήταν να χαθεί ξανά στο βλέμμα της, να νιώσει και πάλι τη ζεστασιά του κορμιού της, να αφεθεί ξανά στο ρυθμό της ανάσας της και στη μυρωδιά της.. Πόσο ανόητα μπορεί να λειτουργήσει ο ανθρώπινος νους καμιά φορά... Αφήνει να χαθεί το πιο σημαντικό για το πιο ασήμαντο, χωρίς να δώσει σημασία στην καρδιά και στη ψυχή... 
Βυθισμένος στα θέλω του, έστριψε στη γωνία του δρόμου και μη προσέχοντας πού πηγαίνει, έπεσε πάνω στο άτομο που ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση. Σηκώνοντας το βλέμμα του για να ζητήσει συγγνώμη, τα μάτια του συνάντησαν τα δικά της κι ένα χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα χείλη του.
Κι όμως...

Κυριακή 20 Μαρτίου 2011

Ένα χαμόγελο κι ένα αντίο...

Πάτησε το γκάζι λίγο παραπάνω κι άνοιξε το παράθυρο. Ήθελε να νιώθει τον αέρα στο πρόσωπο της καθώς οδηγούσε. Η μουσική που ακουγόταν, από το cd που είχε βάλει να παίζει, εισχωρούσε στις σκέψεις της και γαλήνευε κάπως το νου της. Το βλέμμα της στο δρόμο, κι όμως εικόνες διαφορετικές περνούσαν μπροστά από τα μάτια της. Αναρωτιόταν πώς μπορούσε το μυαλό της να είναι τόσο φορτωμένο. Μεγάλο το βάρος. Τόσα γεγονότα, τόσα θέματα άλυτα. Κι όμως ένα μόνο επικρατούσε τις τελευταίες μέρες και επισκίαζε όλα τα υπόλοιπα..
Οδηγούσε πια κατά μήκος της παραλιακής και άφηνε τη μυρωδιά της θάλασσας να γεμίσει το αυτοκίνητο. Προσπαθούσε μέρες τώρα να συνειδητοποιήσει, απλώς να συνειδητοποιήσει. Όχι να καταλάβει, ούτε καν να εξηγήσει, γιατί είχε πλέον δεχτεί ότι δεν μπορούσε να δώσει εξηγήσεις στον εαυτό της. Μόνο να συνηδειτοποιήσει πάλευε..
Έφτασε στην παραλία της, στο αγαπημένο της μέρος. Έσβησε τη μηχανή, άφησε τη μουσική να παίζει και κατέβασε την πλάτη από τη θέση της. Κι έπειτα άφησε το βλέμμα της να χαθεί μέσα στη θάλασσα. Και την εικόνα του να πλημμυρίσει το μυαλό της... Σαν να τον είχε μπροστά της για λίγο, να της χαμογελάει.. Έστω για λίγο, πριν φύγει και τον χάσει μια για πάντα..
Κι έτσι όπως έπλαθε τη μορφή του, γνώριμοι στίχοι έφταναν στ' αυτιά της...

"I found a reason for me
to change who I used to be,
a reason to start over new
and the reason is you.
I found a reason to show
a side of me you didn't know,
a reason for all that I do
and the reason is you.." 

Η αρχή, λίγο πριν το τέλος...

Νοσταλγία, χαρά, λύπη, ευγνωμοσύνη...
Μια ευχή μόνο. Να 'ναι καλά, όπου κι αν βρεθεί. Πόσο την άλλαξε αλήθεια! Το κατάλαβε άραγε ποτέ;..
Για όλες τις πλευρές της που απελευθέρωσε, καλές ή κακές, τον ευχαριστούσε. Γιατί ήταν πλέον κτήμα της. Σε κάθε κομμάτι του που εκούσια μπροστά της εναπόθεσε, ένα δικό της χρωστούσε την ύπαρξη του. Για κάθε χαμόγελο και κάθε πληγή, για κάθε αγκαλιά και κάθε δάκρυ, για κάθε βλέμμα και κάθε λέξη. Για όλα αυτά και για πολλά ακόμη θα τον κρατούσε πάντα βαθιά μέσα της.. Ήταν κομμάτι άλλωστε που είχε ριζώσει πλέον στη θύμηση της, στην καρδιά και στη ψυχή...
Και σ' αυτή τη σκέψη ήρθε ένας ακόμη στίχος να προσθέσει ένα ακόμη χαμόγελο στο πρόσωπο της, ένα αντίο...

"I don't believe that anybody feels the way I do about you now..."  

Παρασκευή 31 Δεκεμβρίου 2010

Κάτι δικό μας...

Ακούμπησε τα χέρια της στο τραπέζι. Τα πόδια της ακόμη έτρεμαν από το σοκ. Προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει τι είχε συμβεί, να χωρέσει στο μυαλό της αυτό που μόλις είχε ακούσει. Ήταν όμως αδύνατον. Αδύνατον. Αυτή η λέξη ακουγόταν μέσα στο κεφάλι της ξανά και ξανά. Δεν μπορεί να συμβαίνει αυτό, σκεφτόταν. Υπήρχαν σχέδια, τα οποία δεν περιελάμβαναν ούτε μπορούσαν να συμπεριλάβουν κάτι τέτοιο. Υπήρχαν όνειρα, που τώρα, μέσα σε λίγα μόνο λεπτά, ανατρέπονταν πλήρως. Διαλύονταν. Μέσα σε ένα λεπτό τα πάντα γύρω της στροβιλίζονταν. Έπρεπε επειγόντως να καθίσει, προτού λιποθυμήσει. Γιατί καθώς ήταν μόνη αυτή τη στιγμή, κανείς δεν θα μπορούσε να τη βοηθήσει. Να τη βοηθήσει. Μα δεν ήταν αυτή που χρειαζόταν βοήθεια στην προκειμένη περίπτωση. Και ποιος ήταν αυτός που έπρεπε να φανεί δυνατός τώρα; Εκείνη; Δεν είχε ιδέα πως να το κάνει αυτό. Εκείνος ήταν πάντα η δύναμη της, το στήριγμα της, το κουράγιο της. Εκείνος τη βοηθούσε, τη συμβούλευε, την προστάτευε. Στεκόταν δίπλα της φρουρός του εύθραυστου χαρακτήρα της. Κι εκείνη ευγνωμονούσε τη ζωή που τον έφερε στον δρόμο της και τον αγαπούσε όσο πιο δυνατά, έντονα, παθιασμένα, όσο πιο ολοκληρωτικά μπορούσε. Μα ποτέ δεν έμοιαζε αρκετό. Ήθελε να τον αγαπά κι άλλο, να τον θέλει κι άλλο, να τον έχει κι άλλο. Κι άλλο λίγο. Κάθε φορά λίγο παραπάνω. Πώς λοιπόν θα αντιστρέφονταν οι ρόλοι έτσι ξαφνικά; Κι όμως. Αυτή τη φορά ήταν εκείνος που την είχε ανάγκη. Αυτή τη φορά ήταν εκείνος που έπρεπε να την νιώσει στήριγμα και δύναμη του. Κι όσο διαλυμένη κι αν αισθανόταν, έπρεπε να είναι εκεί. Για εκείνον. Μόνο για εκείνον. Πάντα για εκείνον.
Κοίταξε το ρολόι της. Αν δεν έφευγε θα αργούσε στο ραντεβού που είχε κλείσει στο γυναικολόγο. Και άλλωστε, ήθελε να βρεθεί κοντά του όσο πιο γρήγορα γινόταν. Μάζεψε λοιπόν τα κομμάτια της, ντύθηκε γρήγορα και έφυγε βιαστικά από το σπίτι. Σε μισή ώρα ήταν στο γραφείο του γιατρού. Το ραντεβού ήταν αρκετά σύντομο. Βγήκε από εκεί μέσα σαν χαμένη και η αλήθεια είναι πως εντελώς μηχανικά έφτασε στο απρόσωπο μεγάλο κτίριο. Ούτε που θυμόταν τη διαδρομή μέχρι εκεί. Τον βρήκε στο παγερό, λευκό δωμάτιο. Μόλις την αντίκρισε, ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του. Ένα γλυκό χαμόγελο που την συνέτριψε ακόμη πιο πολύ, έκανε όμως προσπάθειες να συγκρατηθεί. Δεν ήθελε να τον κάνει να νιώθει χειρότερα. Τον πλησίασε και του έδωσε ένα φιλί. "Γεια σου", της είπε. Κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια της και μάλλον βρήκε αυτό που έψαχνε. Αυτό που περίμενε. "Πρέπει να σου τηλεφώνησε ο γιατρός. Σε μένα μόνο κάτι μισόλογα είπε. Θέλω να ξέρω όμως. Θέλω να μου πεις την αλήθεια. Θα το κάνεις;" Εξακολουθούσε να έχει τα μάτια του καρφωμένα επάνω της. Κι εκείνη του έγνεψε ένα θλιμμένο ναι. Ήταν καθισμένη στο κρεβάτι δίπλα του κι εκείνος της κρατούσε σφιχτά το χέρι. Σφιχτά, μα τόσο απαλά συνάμα. "Πόσο χρόνο μου δίνουν λοιπόν;", τη ρώτησε. Εκείνη πάλεψε για λίγο με τις λέξεις που δεν μπορούσε καν να αρθρώσει και απάντησε, "Δύο μήνες.. στην καλύτερη περίπτωση..."

Επεξεργάστηκε για λίγο την πληροφορία. "Κάτι είναι κι αυτό, σωστά;" είπε τελικά. "Θα μπορέσω να σε χαρώ για δύο μήνες ακόμη. Και θα φροντίσω να σε χορτάσω!" συνέχισε γλυκά. Τα τρυφερά του λόγια την άγγιζαν και την έθλιβαν ταυτόχρονα. Της χάιδεψε απαλά το μάγουλο κι εκείνη χάθηκε στο χάδι του. "Είναι και κάτι άλλο που πρέπει να σου πω" είπε και άθελα της άφησε ένα δάκρυ να κυλήσει στο πρόσωπο της. "Τι είναι αγάπη μου; Τι συμβαίνει;" αναρωτήθηκε και η ανησυχία ήταν ολοφάνερη στη φωνή του. Πήρε λίγο χρόνο για να μπορέσει να αποκόψει τις σκέψεις της και απάντησε. "Είμαι έγκυος." Είδε και πάλι ένα χαμόγελο να ζωγραφίζεται στο πρόσωπο του, πιο όμορφο πιο τρυφερό και πιο ζωντανό από πριν. Την τράβηξε κοντά του, τη φίλησε γλυκά και την κράτησε στην αγκαλιά του. Και τώρα που το πρόσωπο της ήταν ακουμπισμένο στο στήθος του, άφησε τη θλίψη να ξεχυθεί από τα μάτια του. Θλίψη μαζί με χαρά, απογοήτευση μαζί με ευγνωμοσύνη, φόβος μαζί με προσμονή. Χείμαρρος οι σκέψεις στο μυαλό του. Μία όμως επικράτησε, κι ήταν αυτή που έκανε το πρόσωπο του να γαληνέψει και πάλι, μαζί και την ψυχή του. 'Τουλάχιστον θα έχει κάτι δικό μου. Κάτι δικό μας...' Την κράτησε ακόμη πιο σφιχτά στην αγκαλιά του. Κι εκεί θα την κρατούσε, μέχρι το τέλος...

Δευτέρα 13 Σεπτεμβρίου 2010

Δύσκολη Νύχτα...

Πήρε το στυλό στα χέρια της κι άρχισε να γράφει. Να γράφει όσα είχε μέσα της καιρό. Και οι λέξεις έγιναν παράπονο που την έθλιβε, οι φράσεις έγιναν λυγμοί που την έπνιγαν, οι αράδες έγιναν μαχαίρια που πλήγωναν τις αναμνήσεις της. Έγραφε, έγραφε, έγραφε... σε μια απόπειρα να μεταφέρει για λίγο το βάρος που πλάκωνε την ψυχή της. Ώσπου σώθηκαν τα λόγια της και καταλάγιασε κάπως το θηρίο μέσα της. Όχι πως είχε σκοπό να φτάσει αυτό στα δικά του χέρια, αλλά ήταν για την ίδια ένας τρόπος να ξεσπάσει. Γιατί τις τελευταίες μέρες ένιωθε εγκλωβισμένη, φυλακισμένη από τον ίδιο της τον εαυτό, που έφερνε μπροστά της μονίμως τη θύμιση του. Και έπρεπε κάπου να εκτονωθεί. Και αφού ένιωθε μόνη από ανθρώπους, έβγαλε το ξέσπασμα της στο χαρτί..

Ώρες τώρα τριγυρνούσε στα στενά της πόλης και τους διαδρόμους του μυαλού του. Χαμένος στις σκέψεις του. Παραδομένος σε ένα ατέρμονο ταξίδι στα "γιατί" που τον κύκλωναν. Γιατί άφησαν να φτάσουν ως εκεί; Γιατί κατέληξαν να μην έχουν από πού να κρατηθούν για να συνεχίσουν; Γιατί δεν γνώριζαν πλέον τον τρόπο να διορθωθεί ότι είχε σπάσει; Αρκούσε άραγε μια λέξη; ένα χάδι; μια συγγνώμη; Ή μήπως τίποτα δεν ήταν πλέον αρκετό; Μήπως ότι είχαν είχε χαθεί για πάντα πια;... Όχι. Δεν μπορούσε έτσι απλά να την αφήσει να βγει από τη ζωή του. Τίποτα δεν είχε τελειώσει. Όχι πριν να είναι σίγουρος ότι έχει κάνει τα πάντα για να το αποτρέψει..

Το κουδούνι χτυπούσε επίμονα. Το ξενύχτι όμως και τα δάκρυα την είχαν οδηγήσει σε έναν γλυκό ατάραχο ύπνο. Ξύπνησε απότομα και σηκώθηκε μεμιάς. Πριν φτάσει στην πόρτα κοίταξε το είδωλο στον καθρέφτη, για να αντικρύσει ένα πρόσωπο κουρασμένο από τις σκέψεις και πρησμένο από το κλάμα. Ποιος θα την έβλεπε σε τέτοιο χάλι; Άνοιξε τελικά και μπροστά της εμφανίστηκε εκείνος. Αποφασισμένος πλέον και σίγουρος, έτοιμος να δώσει ένα τέλος.. και ίσως μια νέα αρχή...

Παρασκευή 4 Ιουνίου 2010

Περίπατος στη βροχή...



Σήκωσε το μάτια της στον ουρανό και άφησε τις σταγόνες της βροχής να δροσίσουν το πρόσωπο της.. να γίνουν μάσκα και να κρύψουν τα δάκρυα της... Έπειτα συνέχισε να περπατά, χωρίς να έχει ωστόσο κάπου να πάει.. Τίποτα να φτάσει.. τίποτα να περιμένει... Απόψε ήταν απλώς εκείνη και οι σκέψεις της.. και ίσως να μην ήταν και η καλύτερη συντροφιά που θα μπορούσε να έχει... Γιατί πολλές φορές ο χειρότερος εχθρός μας είναιο ίδιος μας ο εαυτός κι αυτά που μοραζόμαστε μαζί του κάτι τέτοιες ώρες...Κάπως έτσι πνιγόταν κι εκείνη ετούτη τη νύχτα μέσα στη δύνη του μυαλού της, ψάχνοντας να βρει απαντήσεις, αιτίες, αφορμές, δικαιολογίες.. κάτι...
Την ηρεμούσε το περπάτημα. Αν καθόταν κλεισμένη μέσα σε τέσσερις τοίχους τέτοιες στιγμές θα έσκαγε... Και τι τύχη που έβρεχε απόψε.. Τη λάτρευε τη βροχή... Ένιωθε σαν να έπαιρνε ένα κομμάτι της με τις στάλες, σαν να ξαλάφρωνε λίγο... Περασμένη η ώρα κι ούτε που έδινε σημασία που βρισκόταν. Συνέχισε να προχωράει, βυθισμένη.. στο πουθενά... Δεν την ένοιαζε να γυρίσει πίσω, δεν λογάριαζε τι ώρα ήταν, ή το γεγονός ότι η βροχή δυνάμωνε σιγά σιγά... Συνέχισε απλά να περπατάει...
Μέχρι που ένιωσε ένα άγγιγμα από πίσω της.. Γύρισε και ίσα που πρόλαβε να δει το πρόσωπο του πριν τη φιλήσει... Την έσφιξε στην αγκαλιά του... Ήξερε ότι της άρεσαν οι βόλτες στη βροχή, παρ' όλα αυτά απόρησε που την βρήκε τόσο μακριά να τριγυρίζει μόνη...
Δεν χρειαζόταν να του πει τίποτα. Ήταν εκεί.. μαζί της, κι αυτό αρκούσε για την ώρα... Αρκούσε για να την κάνει να βγει από τις ακέψεις της και να χαθεί στο βλέμμα του... Του κράτησε το χέρι σφιχτά και πήρε το δρόμο της επιστροφής, απολαμβάνοντας τη βροχή μαζί του..κι όχι μόνη...


Τρίτη 2 Μαρτίου 2010

Εμμονή...



Προσπάθησα να βρω διέξοδο σε ότι συνήθιζε να μου δίνει ζωή. Χάθηκα σε μονοπάτια ατελείωτα, που υποτίθεται θα ξαλαφρώναν το μυαλό μου. Πλανεύτηκα από κούφια λόγια και υποσχέσεις μιας νυχτιάς, ψάχνοντας παντού τον τρόπο να γαληνέψει η ύπαρξη μου. Δέσμια της λογικής μου, φυλακισμένη του πρέπει μου, απεγνωσμένα κυριεύτηκα από μια δίψα για αλλαγή. Επιχείρησα ξανά, και ξανά, και ξανά, να αποδείξω στον ίδιο μου τον εαυτό πως ότι σκέφτομαι είναι κτήμα μου κι ότι αποφασίζω συνείδηση μου. Άσκοπα ξοδεύτηκα σε σκιές που έμειναν σκιές, σε ανθρώπους που έγιναν σκιές και σε σκιές που δεν μπόρεσαν ποτέ να φερθούν σαν άνθρωποι. Αναλώθηκα σε εφήμερες, καλουπωμένες, συσκευασμένες ευτυχίες. Παραδομένη στον κόσμο που έχτισα με το ψέμα μου, στροβιλιζόμουν σε στιγμές μεταμφιεσμένες σε γαλήνη, σε λέξεις μεταμορφωμένες σε αγάπη, σε χάδια που παρίσταναν τον έρωτα.
Μάταια... Γιατί, ότι κι αν κάνω, το μόνο που κυριεύει το μυαλό και το είναι μου, είναι το βλέμμα σου...

Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2010

Τέλος...


Μπήκε στο σπίτι μουσκεμένη ως το κόκκαλο, στάζοντας πάνω στη μαύρη μοκέτα. Είχε αρχίσει να βρέχει ξαφνικά, όμως αυτό δεν την εμπόδισε να περπατήσει ως εκεί. Θα μπορούσε να έχει φτάσει και στην άλλη άκρη της πόλης χωρίς καν να το καταλάβει. Δεν μπορούσε να ξεχωρίσει, αλήθεια, τις σταγόνες της βροχής από τα δάκρυα της. Το νερό της απρόσμενης καταιγίδας είχε γίνει ένα με τον πόνο των ματιών της.
Άρχισε να πετάει ένα ένα τα βρεγμένα ρούχα από πάνω της, χωρίς να μπορεί να ξεφορτωθεί το ίδιο εύκολα και τις σκέψεις της... Πώς μπόρεσε να φερθεί με αυτό τον τρόπο; Πώς άντεξε να της μιλήσει έτσι; Μετά από όλα όσα της είχε κάνει, είναι δυνατόν να είχε το θράσος να απαιτεί σεβασμό;...
Χώθηκε γρήγορα κάτω από το ντους, μήπως κατάφερνε να ζεστάνει το σώμα της και να ηρεμήσει την καρδιά της... Και μήπως δεν του τα είχε δώσει όλα; Τα πάντα του έδωσε. Του αφιέρωσε τη ψυχή της, το μυαλό της, το είναι της ολόκληρο... Και ήταν πάντοτε εκεί για να τον περιμένει. Τον περίμενε να γυρίσει κοντά της. Για να την κεράσει κι άλλα δάκρυα, κι άλλες ξάγρυπνες νύχτες, νέα θλίψη να συντροφεύει την παλιά.
Το ζεστό νερό χάιδευε το κορμί της και μαλάκωνε την οργή της. Τόσος χρόνος που έμοιαζε χαμένος, τόση υπομονή για το τίποτα, τόσα όνειρα που έμειναν όνειρα και τόσες υποσχέσεις που ξεχάστηκαν στα λόγια. Πόσο άξιζαν άραγε;...
Βγήκε από τη μπανιέρα, τυλίχτηκε με το μπουρνούζι της και, αφού απομάκρυνε με την παλάμη της τη θαμπάδα από τον καθρέφτη, έμεινε να παρατηρεί το πρόσωπο που εμφανίστηκε απέναντι της. Αυτό το θλιμμένο, το κουρασμένο από τα ψέμματα, το τόσο ταλαιπωρημένο πρόσωπο...
Κι αφού έριξε μια τελευταία αποφασιστική ματιά στον εαυτό της, έγραψε στον καθρέφτη της τη μικρή αυτή λέξη.. να της θυμίζει πόσα πέρασε, πόσα πήρε, πόσα έχασε, και κυρίως πόσα θα έρθουν. Αυτή η λέξη θα έμενε εκεί, μέχρι να σιγουρευτεί πως τη νιώθει ως τα μύχια της ψυχής της. Αυτή η μία λέξη:
Τέλος...

Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2009

Μ' ένα τριαντάφυλλο...


Προσπαθούσε να ξεχάσει τη μορφή της. Μα ήταν τόσο μάταιο αλήθεια. Προσπαθούσε να σβήσει την εικόνα του κορμιού της από το μυαλό του. Όμως ήταν αδύνατον. Η θύμιση από το άρωμα που ανέδιδε το δέρμα της στοίχειωνε τα όνειρα του, η γλυκιά φωνή της αντηχούσε μέσα του, το χαμόγελο της έλαμπε μπρος του όποτε έκλεινε τα μάτια. Πολεμούσε για μια στιγμή, μία μόνο στιγμή που η σκέψη του δεν θα γυρνούσε στα όσα έζησαν. Πάλευε με τις ώρες, με τις μέρες, με τον ίδιο του τον εαυτό. Αναζητούσε την λύτρωση εκεί που δεν μπορούσε να την βρει. Γιατί μόνο κοντά της θα λυτρωνόταν. Ο χρόνος κυλούσε, άνθρωποι και γεγονότα έρχονταν και προσπερνούσαν. Αλλά όσο και να απασχολούσε το νου του, το μόνο που κατάφερνε ήταν να ξεγελάει για λίγο τη θλίψη του. Για τόσο λίγο... Ώσπου μέσα στην απογοήτευση και το αδιέξοδο που βίωνε, έφτασε να λαχταρά απελπισμένα τη λήθη. Αφού δεν μπορούσε να την έχει, ήθελε τουλάχιστον να μπορέσει να την αφήσει πίσω του, να την κρατήσει μέσα του σα μακρινή ανάμνηση. Για να πάψει να είναι τόσο αφόρητη και επώδυνη η ανάγκη του. Η ανάγκη του για την αγάπη της, την αγάπη τους. Η ανάγκη του για εκείνη... Εκείνη, που δεν έδιωξε, που δεν επέλεξε μόνη της να φύγει. Εκείνη, που τόσο ξαφνικά και βίαια του άρπαξαν, χωρίς να προλάβει καν να πει αντίο. Εκείνη, στην οποία καθόταν πάλι τώρα και σιγοψιθύριζε όσα δεν εμπιστευόταν σε κανέναν άλλο. Εκεί, ακουμπισμένος πάνω στο κρύο μάρμαρο, μ' ένα τριαντάφυλλο στο χέρι.. κάθε μέρα της έφερνε από ένα.. και μια απροσδιόριστη και συννεφιασμένη αγαλλίαση. Αυτήν που ένιωθε κάθε φορά που βρισκόταν για λίγο δίπλα της...

Σάββατο 5 Δεκεμβρίου 2009

Παράξενη νύχτα...



Κάπως έτσι κι αυτό το βράδυ ξεχάστηκε στις θύμισες...
Άφησε το φως του φεγγαριού, που γλιστρούσε μέσα από την ανοιχτή κουρτίνα, να την παρασύρει σε σκέψεις, σε εικόνες περασμένες, σε στιγμές μακρινές, σε λόγια θαμμένα στο χθες. Επέτρεψε στη νοσταλγία να πλυμμηρίσει όλο της το σώμα και στην αναπόληση να γίνει βίωμα μέχρι τα μύχια της ψυχής της. Πόσος καιρός είχε περάσει;
Οι αναμνήσεις πονούσαν λιγότερο όσο κυλούσε ο χρόνος. Από ανυπόφορες έγιναν υποφερτές και σιγά σιγά εύκολα βιώσιμες. Ο χρόνος, τελικά, είναι όντως ο καλύτερος γιατρός. Ήξερε πως η κατάσταση ήταν πολύ καλύτερη πια και πως κάποια στιγμή κάθε ίχνος θλίψης θα χανόταν από το ταξίδι στο παρελθόν. Ήταν όμως ένα ταξίδι που δεν μπορούσε ακόμη να αποχωριστεί. Τη συντρόφευε καλά αυτές τις νύχτες. Τις έδειχνε πόσο αγάπησε και πόσο αγαπήθηκε, πόσο πλήγωσε και πόσο πληγώθηκε, πόσα έδωσε και πόσα πήρε... Κι αφού το τέλος δεν τη βασάνιζε πια τόσο πολύ, μπορούσε να εκτιμήσει.. τα μικρά, τα μεγάλα, τα ουσιαστικά, τα ασήμαντα.. όλα... Όλα μπορούσε να τα δει πια, τώρα που δεν τη τύφλωνε ο πόνος...
Μόνο μια γλυκόπικρη θύμιση είχε μείνει.. να της αποδεικνύει πόσο τυχερή ήταν που τα έζησε όλα αυτά... Να της αποδεικνύει το πόσο ζωντανή είναι η καρδιά και η ψυχή της, γιατί ένιωσε συναισθήματα αληθινά, βαθιά, σπουδαία... Να της φωτίζει το δρόμο μπροστά, γιατί τίποτα δεν τελείωσε ακόμα...
Η καρδιά, η ψυχή και το μυαλό, μαζεύουν τα κομμάτια τους, φοράνε το πιο αισιόδοξο χαμόγελο τους, ίσως και λίγο νοσταλγικό που και που, και προχωράνε μπροστά.. Έτοιμοι πλέον να αναζητήσουν μία νέα δυνατή συγκίνηση... Έναν έρωτα φρέσκο και ζωντανό... Έναν καινούριο δρόμο...

Τετάρτη 11 Νοεμβρίου 2009

I won't let the memories fade out...


It was just yesterday when you were here, holding me in your arms...
It feels like time has frozen.. there.. in those nights... When I used to curl up inside you, laying my head to your chest.. breathing slowly.. experiencing deeply, right through to my last bone, your warm breathing...
Inconceivable.. time runs through our moments so quickly, so roughly... And the moments simply become memories...
I can't accept our empty present.. not after such a full past... Cause it was full.. and innocently true.. and firmly passionate.. and intolerably strong...
I had you.. you had me... We had our common dreams, our common thoughts, our common desires...
We had our own little world, we didn't need anything bigger.. and in there nothing and no one could harm us...
We used to had all these... And it was real...
Until we let it fall apart... Until we turned our backs to each other... Or it was just one of us who did that?...
And does it really makes any difference now?...
We lost a piece of our soul somewhere beneath the ruins of our world... All we have left are the memories, loving or painful...
That's life after all, right?...
You should keep going with whatever you have left each time...
And I move on with the best of me and the best of you.. the best of us...
I owe it to our dreams, our world, our passion...
Thank you for making me who I am...

Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 2009

Στο πάτωμα...


Έσβησα το φως και ξάπλωσα στο κρύο πλακάκι... Το ποτήρι του κρασιού στο ένα χέρι - πρέπει να το ξαναγεμίσω - .. μια χούφτα αναμνήσεις στο άλλο... Μεγάλη χούφτα... Δίπλα μου κύλησε ένα ποτάμι από άναρχα όνειρα και πόθους ανεκπλήρωτους... Στο λευκό ταβάνι αντίκρισα της μορφή κάποιας χαμένης μου αγάπης... Λίγο πιο κει, έξω από το ανοιχτό παράθυρο, σιγομουρμουράει ο άνεμος.. λέξεις που χάνονται σε μια ανάσα... Και οι ψιχάλες συνθέτουν μελαγχολικά το ηχόχρωμα της φαντασίας μου...
Τριγυρίζοντας στα σοκάκια του μυαλού μου, αναγνωρίζω παλιά και νέα.. άτακτες σκέψεις μπλεγμένες με τα θέλω μου.. μπερδεμένες στιγμές ξεχασμένες σε μάταιες υποσχέσεις...
Οι ρομαντικές ελπίδες ενός φρέσκου ονείρου... Οι ξεφτισμένες επαναλήψεις μιας σειράς απογοητεύσεων...
Σε ποια δύνη χάνομαι άραγε κι αυτό το βράδυ;.. Ποια ανυπέρβλητη δύναμη κυριεύει το νου μου;.. Ποια ροή συναισθημάτων αιχμαλωτίζει τη ψυχή και τις αισθήσεις μου;...
Κάτι με έσπρωξε κι απόψε να ξεκλειδώσω ανασφάλειες και να χαθώ στις ιστορίες μου...
Και είναι άραγε όλες αυτές βιωματικές;.. ή απλό δημιούργημα του ανεξάντλητου κόσμου μου;.. Όπως και να 'χει είναι κτήμα μου.. και κτήμα μου θα μείνουν...