Δεν μπορείς να νικήσεις τον ίδιο σου τον εαυτό.
Δεν μπορείς να πολεμήσεις τους εχθρούς που 'χεις μέσα σου.
Μπορείς να τους αγκαλιάσεις, να τους γνωρίσεις, να τους αγαπήσεις.
Να μάθεις να ζεις με αυτούς και να δέχεσαι τα λάθη τους.
Όχι με βία, αλλά με αγάπη, μόνο έτσι θα καταφέρεις κάποτε να τους εξοντώσεις.
Αγάπησε τη σκοτεινή σου πλευρά, μετράει πιο πολύ από το να αγαπάς το "στιλιζαρισμένο" εγώ σου...

Τετάρτη, 29 Σεπτεμβρίου 2010

Χαμογέλα

Μετέωρο βήμα σε έδαφος άγνωστο. Αβέβαιο περπάτημα ανάμεσα στο "πρέπει" και το "μη". Αναζήτηση μεταξύ του "θέλω" και του "αναγκάζομαι", μεταξύ του "επιλέγω" και του "επιβάλλεται". Αμφιβολία για το χρόνο που τρέχει, για τις στιγμές που χάνονται, για το αύριο που περιμένει.
Οι επιλογές είναι στο χέρι σου, το ίδιο και οι συνέπειες τους. Διάλεξε και πράξε. Ζήσε και μη μετανιώνεις. Κι όταν οι σκέψεις σε πνίγουν.. χαμογέλα!

Νιώθω...


Νιώθω κερί, που η φλόγα του τρεμοπαίζει στο παραμικρό ερέθισμα του αέρα.
Νιώθω χαρτί άγραφο, κενό. Ή και γεμάτο με λόγια ανάκατα, μουτζούρες, ασύμβατους λεκέδες στο λευκό.
Νιώθω φιλί που ανέβηκε στο στόμα, όμως έμεινε εκεί και δεν δόθηκε ποτέ.
Νιώθω αγκαλιά που έμεινε ανοιχτή να περιμένει, κάτι που δεν έρχεται ποτέ.
Νιώθω λέξη που κρύφτηκε πίσω από τα χείλη και δεν ειπώθηκε ποτέ.
Νιώθω ουρλιαχτό που θέλει να εκφραστεί, αλλά κρύβεται μέσα σε λυγμούς και δάκρυα.

Τουλάχιστον όμως νιώθω..Ζω, βιώνω, αισθάνομαι.. Δεν αναλώνομαι, δεν χαρίζομαι, δεν συμβιβάζομαι.
Πέφτω, χαρακώνομαι, γδέρνομαι.. για να μπορέσω να σηκωθώ πιο δυνατή και να συνεχίσω.. να δίνω νόημα στην ύπαρξη μου...

Τρίτη, 28 Σεπτεμβρίου 2010

25.09.2010


Η νύχτα βροχερή και οι ήχοι της με γαληνεύουν. Κουκουλωμένη στα σκεπάσματα, έχω την αίσθηση σου στο πλάι μου. Νιώθω τα χέρια σου στο σώμα μου και με φαντάζομαι κουλουριασμένη στην αγκαλιά σου. Ζεστό συναίσθημα, διώχνει μακριά την ψύχρα της νυχτιάς. Αντικρίζω το βλέμμα σου στο σκοτάδι να μου ζητά και να μου δίνει, το φιλί σου γλυκό σα να ακουμπά στο μάγουλο μου. Το χέρι σου μου χαϊδεύει τα μαλλιά και η φωνή σου, αφήνοντας την ανάσα της πάνω μου, μου ψυθηρίζει ήχους, εικόνες, μουσικές. Και όσο η βροχή δυναμώνει, τόσο πιο επιτακτική γίνεται η ανάγκη για την παρουσία σου. Όσο δεν κοπάζει ο άνεμος που συνοδεύει τις σταγόνες, τόσο η μορφή σου ζωντανεύει στο μυαλό μου. Πάνε μέρες που σε ζητώ, κι εγώ, κι η ψυχή, και το σώμα. Μα εσύ είσαι εκεί, κι εγώ είμαι εδώ.
Καλή σου νύχτα μάτια μου..
Και μην ανησυχείς. Έχω τη σκέψη μου να σε προσέχει κι έχω τη σκέψη σου να με κρατά...

Πέμπτη, 23 Σεπτεμβρίου 2010

Λίγο ακόμη...



Παραδίνομαι στο άγγιγμα σου και χάνομαι στη δίνη αυτής της νύχτας. Το σώμα σου με καλεί κι εγώ ανταποκρίνομαι, πιστοί ακόλουθοι κι οι δυο της επιθυμίας. Η ζεστασιά του κορμιού σου πάνω στο δικό μου αναριγεί το είναι μου, και το φιλί σου γλυκός πειρασμός. Το κάθε σου χάδι ξυπνά τις αισθήσεις μου και η αγκαλιά σου τρυφερά με αιχμαλωτίζει. Νιώθω τη δύναμη σε κάθε σου κίνηση, και η ένταση ζωντανεύει το πάθος ασίγαστα, στιγμή προς στιγμή. Καθώς τα χέρια σου κυλούν στις γραμμές μου, ταξιδεύω πέρα από σκέψεις και ανασφάλειες, από πρέπει και μη. Ενώνω τη σκιά μου με τη δική σου και αφήνομαι να με κυριεύσεις. Το χέρι μου σφιχτά πάνω στο δικό σου. Το μόνο που ακούγεται είναι δυο σώματα βυθισμένα σε μια ολοκληρωτική επαφή. Σκοτάδι, και το μόνο που φαίνεται είναι η αντανάκλαση από τα βλέμματα μας..βαθιά το ένα μέσα στο άλλο.. Λίγο ακόμη...




Κυριακή, 19 Σεπτεμβρίου 2010

Νέος δρόμος...

Νύχτες και μέρες απέκτησαν φως
κρύο και ζέστη χαθήκαν στην αύρα
ότι με έπνιγε έγινε λυγμός
κι όλες οι σκέψεις μου πετάξαν τα μαύρα

Κόπασε ο άνεμος κι ήρθε η βροχή
ξεχάστηκε ο νους μου μέσα σ' αυτή
αυτόβουλο βήμα στο πουθενά
μα η καρδιά ελεύθερη τώρα γυρνά

Η μνήμη ξυπνά ένα φιλί γλυκό
νοσταλγία στο κορμί για το τρυφερό το χάδι
ονειροβάτης ξανά σε τοπίο μαγικό
ξημέρωσε μόλις κι είναι κιόλας βράδυ

Μα είμαι μικρή, πολύ μικρή για ν' αντέξω
ατέρμονους κύκλους η ζωή κάνει
δεν φτάνει ποτέ, όπου κι αν φτάνει
μα πήρα το δρόμο της ψυχής και θα τον τρέξω...

Κι έτσι για λίγο μεγάλη θα μοιάζω..

Δευτέρα, 13 Σεπτεμβρίου 2010

Δύσκολη Νύχτα...

Πήρε το στυλό στα χέρια της κι άρχισε να γράφει. Να γράφει όσα είχε μέσα της καιρό. Και οι λέξεις έγιναν παράπονο που την έθλιβε, οι φράσεις έγιναν λυγμοί που την έπνιγαν, οι αράδες έγιναν μαχαίρια που πλήγωναν τις αναμνήσεις της. Έγραφε, έγραφε, έγραφε... σε μια απόπειρα να μεταφέρει για λίγο το βάρος που πλάκωνε την ψυχή της. Ώσπου σώθηκαν τα λόγια της και καταλάγιασε κάπως το θηρίο μέσα της. Όχι πως είχε σκοπό να φτάσει αυτό στα δικά του χέρια, αλλά ήταν για την ίδια ένας τρόπος να ξεσπάσει. Γιατί τις τελευταίες μέρες ένιωθε εγκλωβισμένη, φυλακισμένη από τον ίδιο της τον εαυτό, που έφερνε μπροστά της μονίμως τη θύμιση του. Και έπρεπε κάπου να εκτονωθεί. Και αφού ένιωθε μόνη από ανθρώπους, έβγαλε το ξέσπασμα της στο χαρτί..

Ώρες τώρα τριγυρνούσε στα στενά της πόλης και τους διαδρόμους του μυαλού του. Χαμένος στις σκέψεις του. Παραδομένος σε ένα ατέρμονο ταξίδι στα "γιατί" που τον κύκλωναν. Γιατί άφησαν να φτάσουν ως εκεί; Γιατί κατέληξαν να μην έχουν από πού να κρατηθούν για να συνεχίσουν; Γιατί δεν γνώριζαν πλέον τον τρόπο να διορθωθεί ότι είχε σπάσει; Αρκούσε άραγε μια λέξη; ένα χάδι; μια συγγνώμη; Ή μήπως τίποτα δεν ήταν πλέον αρκετό; Μήπως ότι είχαν είχε χαθεί για πάντα πια;... Όχι. Δεν μπορούσε έτσι απλά να την αφήσει να βγει από τη ζωή του. Τίποτα δεν είχε τελειώσει. Όχι πριν να είναι σίγουρος ότι έχει κάνει τα πάντα για να το αποτρέψει..

Το κουδούνι χτυπούσε επίμονα. Το ξενύχτι όμως και τα δάκρυα την είχαν οδηγήσει σε έναν γλυκό ατάραχο ύπνο. Ξύπνησε απότομα και σηκώθηκε μεμιάς. Πριν φτάσει στην πόρτα κοίταξε το είδωλο στον καθρέφτη, για να αντικρύσει ένα πρόσωπο κουρασμένο από τις σκέψεις και πρησμένο από το κλάμα. Ποιος θα την έβλεπε σε τέτοιο χάλι; Άνοιξε τελικά και μπροστά της εμφανίστηκε εκείνος. Αποφασισμένος πλέον και σίγουρος, έτοιμος να δώσει ένα τέλος.. και ίσως μια νέα αρχή...